Μετάβαση στο περιεχόμενο

δωδέκατος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο δωδέκατος η δωδέκατη το δωδέκατο
      γενική του δωδέκατου της δωδέκατης του δωδέκατου
    αιτιατική τον δωδέκατο τη δωδέκατη το δωδέκατο
     κλητική δωδέκατε δωδέκατη δωδέκατο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι δωδέκατοι οι δωδέκατες τα δωδέκατα
      γενική των δωδέκατων των δωδέκατων των δωδέκατων
    αιτιατική τους δωδέκατους τις δωδέκατες τα δωδέκατα
     κλητική δωδέκατοι δωδέκατες δωδέκατα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
δωδέκατος < → λείπει η ετυμολογία

Αριθμητικό

[επεξεργασία]

δωδέκατος, -η, -ο

  • (τακτικό) που ακολουθεί τον ενδέκατο, που αντιστοιχεί στη θέση υπ' αριθμόν 12
    ※  ἄν ἦταν στυλογράφος, θά ἦταν Parker, καί μάλιστα ἐκεῖνος, ὁ κλασικός πού εἶχε ἀπό τήν Ἕκτη Δημοτικοῦ, δῶρο ἀπό τὸν θεῖο του τόν Γιῶργο στά δωδέκατα γενέθλιά του, ὁ Parker ἐκεῖνος πού ἔπρεπε νά τόν πιέσεις δυνατά, ἀλλά καί μαλακά. (Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης, Au revoir, εκδ. Νεφέλη, 1999, σελ. 14)

Εκφράσεις

[επεξεργασία]
  • την δωδεκάτη ώρα: την τελευταία στιγμή

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]