Μετάβαση στο περιεχόμενο

δωρεά

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η δωρεά οι δωρεές
      γενική της δωρεάς των δωρεών
    αιτιατική τη δωρεά τις δωρεές
     κλητική δωρεά δωρεές
Κατηγορία όπως «καρδιά» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
δωρεά < αρχαία ελληνική δωρεά < δίδωμι

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

δωρεά θηλυκό (πληθυντικός : δωρεές)

  • παραχώρηση αντικειμένων ή χρημάτων χωρίς αντάλλαγμα
    παράδειγμα Ο οργανισμός δέχτηκε μια γενναιόδωρη δωρεά από τον κ.Παπαδόπουλο.
      Πᾶν τἧς Ἑταιρείας πρόσκτημα, εἴτε ἐξ ἀγορᾶς, εἴτε ἐκ δωρεᾶς, εἴτε κατ᾿ ἄλλον τρόπον οἱονδήποτε γενόμενον, ἀναγράφεται ὡς περιουσία ταύτης (Πρακτικά της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας του έτους 1898, Αθήνα, τυπογρ. Αδελφών Περρή, 1899 )

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]