δωροδοκούμαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δωροδοκούμαι < παθητική φωνή του ρήματος δωροδοκώ

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

δωροδοκούμαι

  1. εξαγοράζομαι με χρήματα ή με κάτι άλλο που επιθυμώ ώστε να ενεργήσω παράνομα, παράτυπα

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]