δόγμα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δόγμα δόγματα
γενική δόγματος δογμάτων
αιτιατική δόγμα δόγματα
κλητική δόγμα δόγματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δόγμα < (λόγιο) < αρχαία ελληνική δόγμα < δοκέω, δοκῶ[1]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δόγμα ουδέτερο

  1. μια θεμελιώδης αρχή ενός φιλοσοφικού ή θρησκευτικού συστήματος
  2. (θρησκεία) το σύνολο των δοξασιών μιας θρησκευτικής πίστης, το οποίο οι οπαδοί της αποδέχονται ως αληθινό και αναμφισβήτητο
    • (στον εκκλησιαστικό χώρο) η απόφαση που λαμβάνεται σε θέματα πίστης και η οποία γίνεται γενικά παραδεκτή από το σύνολο των πιστών
  3. (πολιτική) η θεμελιώδης καταστατική αρχή ενός πολιτικού κόμματος ή παράταξης.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]

  1. δόγμα στο Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος "Τριανταφυλλίδη". Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας.