δόκιμος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

δόκιμος < αρχαία ελληνική δόκιμος < δοκέω, -ῶ

Open book 01.svg Επίθετο[]

δόκιμος αρσενικό, δόκιμη θηλυκό, δόκιμο ουδέτερο

  1. που περνά από ένα δοκιμαστικό στάδιο πριν αποκτήσει τα πλήρη προνόμια και υποχρεώσεις της θέσης του
    οι δόκιμοι αξιωματικοί
    δόκιμος μοναχός
    δόκιμος δημόσιος υπάλληλος
    βλέπε και μαθητευόμενος
  2. που έχει δοκιμαστεί, που έχει αποδείξει τις ικανότητές του
    δόκιμος συγγραφέας
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: κλασικός
  3. (για λέξεις και φράσεις) αποδεκτός επειδή έχει χρησιμοποιηθεί από αναγνωρισμένους συγγραφείς
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: αδόκιμος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

δόκιμος αρσενικό (πληθυντικός : δόκιμοι)

  • ο δόκιμος αξιωματικός: έφεδρος που υπηρετεί τη στρατιωτική του θητεία περνώντας από ένα δοκιμαστικό στάδιο πριν πάρει το βαθμό του ανθυπολοχαγού
ο καινούριος δόκιμος τοποθετήθηκε στο 3ο Γραφείο

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []