δόλος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο δόλος οι δόλοι
      γενική του δόλου των δόλων
    αιτιατική τον δόλο τους δόλους
     κλητική δόλε δόλοι
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

δόλος < αρχαία ελληνική δόλος

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈðɔ.lɔs/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δόλος αρσενικό

εξυφαίνω δόλο εναντίον κάποιου

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

φράσεις[επεξεργασία]

  1. «Δεινὸν τὸ πλῆθος σὺν δόλῳ τε δύσμαχον.»Ευριπίδης, Εκάβη 884
  2. «Τὸν κόσμ' ὁ δόλος διοικεῖ κ' ἡ ἄδικ' εἰμαρμένη. Τα πλούτη έχουν οι κακοί,

κι εδώ στους βράχους κατοικεί η αρετή κρυμμένη.»,Ο Κλέφτης

Μεταφράσεις[επεξεργασία]