δόλος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | δόλος | οι | δόλοι |
| γενική | του | δόλου | των | δόλων |
| αιτιατική | τον | δόλο | τους | δόλους |
| κλητική | δόλε | δόλοι | ||
| Κατηγορία όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- δόλος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική δόλος (δόλωμα, απάτη) [1]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈðo.los/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : δό‐λος
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]δόλος αρσενικό
- τρόπος ή μέσο εξαπάτησης ή παραπλάνησης κάποιου
εξυφαίνω δόλο εναντίον κάποιου- ※ Ο Σατανάς κατήντησε να γίνη τεμπέλης. δεν μηχανεύεται πλέον δόλους διά να κερδίση ψυχάς. πηγαίνουν μόνοι τους οι μουστερήδες! 'Αλλοτε ήρχετο κάπου κάπου να μου ζητήση την άδειαν να πειράξη κανέναν, τον Ιώβ, τον Φάουστ.... τώρα ούτε καν καταδέχεται. 'Ασχημη δουλειά! (Χαράλαμπος Άννινος, Ο δεκάλογος εν ουρανοίς, 1920, στο Αττικαί ημέραι)
- ※ Τὸν κόσμ' ὁ δόλος διοικεῖ κ' ἡ ἄδικ' εἰμαρμένη. Τα πλούτη έχουν οι κακοί, κι εδώ στους βράχους κατοικεί η αρετή κρυμμένη. (Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής, Ο Κλέφτης)
Συνώνυμα
[επεξεργασία]- πιβουλιά (διαλεκτικό)
Συγγενικά
[επεξεργασία] ετυμολογικό πεδίο
δολ-
δολ-
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ δόλος - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ὁ | δόλος | οἱ | δόλοι |
| γενική | τοῦ | δόλου | τῶν | δόλων |
| δοτική | τῷ | δόλῳ | τοῖς | δόλοις |
| αιτιατική | τὸν | δόλον | τοὺς | δόλους |
| κλητική ὦ! | δόλε | δόλοι | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | δόλω | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | δόλοιν | ||
| 2η κλίση, Κατηγορία 'δρόμος' όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- δόλος < θέμα δολ-, πιθανόν σχετίζεται με τη λατινική dolus → λείπει η ετυμολογία
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]δόλος αρσενικό
Συγγενικά
[επεξεργασία] ετυμολογικό πεδίο
δολ-
δολ-
- ἀδολίευτος
- ἄδολος
- δολερός
- δόλευμα
- δολία
- δολιεύομαι
- δολιόβουλος
- δολιόφρων
- δολιόγνωμος
- δολιομήτης
- δολιόμητις
- δολιόμυθος
- δολιόπους
- δόλιος
- δολιότης
- δολιότροπος
- δολιόω
- δολόεις
- δολοεργής
- δολοφονέω
- δολοφόνησις
- δολοφονία
- δολοφόνος
- δολοφραδής
- δολοφράδμων
- δολοφρονέων
- δολοφροσύνη
- δολόφρων
- δολοκτασία
- δολομήδης
- δολομήτης
- δολόμητις
- δολομήχανος
- δολόμυθος
- δολοπεύω
- δολοπλανής
- δολοπλοκία
- δολοπλόκος
- δολοποιός
- δολορραφέω
- δολορραφής
- δολορραφία
- δολόρραφος
- δολορράφος
- δολοσχερής
- δολόω
- δόλοψ
- δόλωμα
- δόλων
- δολωνικός
- δολῶπις
- δόλωσις
Πηγές
[επεξεργασία]- δόλος - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- δόλος - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα ποίησης (νέα ελληνικά)
- Κεντρικά λήμματα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση 'δρόμος' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις παροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Ελλείπουσες ετυμολογίες (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από την Ιλιάδα (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
- Κεντρικά λήμματα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)