δόρπιον

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική δόρπιον δορπίω δόρπια
Γενική δορπίου δορπίοιν δορπίων
Δοτική δορπί δορπίοιν δορπίοις
Αιτιατική δόρπιον δορπίω δόρπια
Κλητική δόρπιον δορπίω δόρπια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δόρπιον < δόρπ(ον) + -ιον

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δόρπιον ουδέτερο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[επεξεργασία]

δόρπιον

Open book icon.png Πηγές[επεξεργασία]

  • Beekes, Robert (Μπέκες, Ρόμπερτ) (2010). Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill. 
  • δόρπιον στο ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.