δόση

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δόση δόσεις
γενική δόσης
& δόσεως
δόσεων
αιτιατική δόση δόσεις
κλητική δόση δόσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δόση < αρχαία ελληνική δόσις < δίδωμι (σημασιολογικό δάνειο από την γαλλική dose)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈðɔ.si/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δόση θηλυκό

  1. καθένα από τα τμήματα της τμηματικής απόδοσης ενός συνόλου (ποσού, οφειλής κ.λπ.)
  2. (κατ’ επέκταση) οτιδήποτε δίνεται ή γίνεται σταδιακά, σε μικρότερα τμήματα
  3. (ειδικότερα) η ορισμένη ποσότητα από κάποιο φάρμακο που πρέπει να λάβει ένας ασθενής
  4. (ειδικότερα) η ποσότητα της ναρκωτικής ουσίας που λαμβάνει κάποιος χρήστης ναρκωτικών
  5. (ειδικότερα) (μαγειρική) η ποσότητα ενός υλικού που πρόκειται να χρησιμοποιηθεί στη μαγειρική ή ζαχαροπλαστική

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]