δύσβατος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

δύσβατος < αρχαία ελληνική δύσβατος < δυσ- + βαίνω

Επίθετο[επεξεργασία]

δύσβατος, -η, -ο

  • που με δυσκολία μπορεί κάποιος να τον περάσει, να τον διαβεί, επειδή είναι παρουσιάζει πολλά φυσικά εμπόδια
    ένα στενό και δύσβατο μονοπάτι, πνιγμένο στα βάτα

Μεταφράσεις[επεξεργασία]