δύσβατος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δύσβατος < αρχαία ελληνική δύσβατος < δυσ- + βαίνω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

δύσβατος, -η, -ο

  1. που με δυσκολία μπορεί κάποιος να τον περάσει, να τον διαβεί, επειδή είναι παρουσιάζει πολλά φυσικά εμπόδια
    ένα στενό και δύσβατο μονοπάτι, πνιγμένο στα βάτα


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]