Μετάβαση στο περιεχόμενο

δύσλοφος

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική / δύσλοφος τὸ δύσλοφον
      γενική τοῦ/τῆς δυσλόφου τοῦ δυσλόφου
      δοτική τῷ/τῇ δυσλόφ τῷ δυσλόφ
    αιτιατική τὸν/τὴν δύσλοφον τὸ δύσλοφον
     κλητική ! δύσλοφε δύσλοφον
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ/αἱ δύσλοφοι τὰ δύσλοφ
      γενική τῶν δυσλόφων τῶν δυσλόφων
      δοτική τοῖς/ταῖς δυσλόφοις τοῖς δυσλόφοις
    αιτιατική τοὺς/τὰς δυσλόφους τὰ δύσλοφ
     κλητική ! δύσλοφοι δύσλοφ
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ δυσλόφω τὼ δυσλόφω
      γεν-δοτ τοῖν δυσλόφοιν τοῖν δυσλόφοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'δύσκολος' όπως «δύσκολος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
δύσλοφος < δύσ- + λόφος

Επίθετο

[επεξεργασία]

δύσλοφος, -ος, -ον, συγκριτικός: δυσλοφώτερος

  1. βαρύς, δυσβάσταχτος στον τράχηλο
  2. που δεν υπομένει ζυγό

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]