δύσχρηστος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική δύσχρηστος δύσχρηστη δύσχρηστο
γενική δύσχρηστου δύσχρηστης δύσχρηστου
αιτιατική δύσχρηστο δύσχρηστη δύσχρηστο
κλητική δύσχρηστε δύσχρηστη δύσχρηστο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική δύσχρηστοι δύσχρηστες δύσχρηστα
γενική δύσχρηστων δύσχρηστων δύσχρηστων
αιτιατική δύσχρηστους δύσχρηστες δύσχρηστα
κλητική δύσχρηστοι δύσχρηστες δύσχρηστα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

δύσχρηστος < αρχαία ελληνική δύσχρηστος

Επίθετο[επεξεργασία]

δύσχρηστος

  1. που δεν είναι εύκολο να χρησιμοποιηθεί ή είναι εύκολο αλλά παρουσιάζει πιθανή επικινδυνότητα ή προβλήματα σε εφαρμογές και καταλήγει δύσχρηστο επειδή ακριβώς είναι δύσκολο να αποτρέψεις τους δευτερογενείς κινδύνους ή τα προβλήματα
    • ο γερανός φαίνεται δύσχρηστο και επικίνδυνο μηχάνημα, αλλά αν έχεις εκπαιδευτεί στους χειρισμούς και έχεις βασικές γνώσεις...
    • είναι καινούργιο κι ακριβό και όμορφο κινητό, αλλά ακούω ότι είναι δυσχρηστο
    • πρωτοποριακό λογισμικό αλλά δύχρηστο
  2. (κατ' επέκταση) που χρησιμοποιείται σπάνια

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

δύσχρηστος < δυσ- + αρχαία ελληνική χρηστός < αοριστικό θέμα χρησ- του χρῶμαι + -τος

Επίθετο[επεξεργασία]

δύσχρηστος

  1. που δεν είναι εύκολο να χρησιμοποιηθεί