δῆμος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : δήμος, Δήμος

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

δῆμος αρσενικό

  1. γη, χώρα
  2. μία από τις υποδιαιρέσεις της αρχαίας Αττικής που εισήχθησαν με τη μεταρρύθμιση του Κλεισθένη
  3. ο λαός, οι απλοί άνθρωποι
  4. (σπάνιο) αυτός που δεν κατάγεται από αριστοκρατικό γένος
  5. η δημοκρατική μερίδα σε μια αρχαία ελληνική πόλη
  6. η συνέλευση των πολιτών ως κυρίαρχο πολιτικό σώμα
    ἔδοξε τῇ βουλῇ καὶ τῷ δήμῳ
  7. το δημοκρατικό πολίτευμα

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]