δῆμος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Gthumb.svg Το λήμμα αυτό χρειάζεται βοήθεια!
Μήπως μπορείτε να βοηθήσετε; Χρειάζεται να μπουν αλφαβητικά τα σύνθετα, όσα χρειάζονται, (αρκετά καλύπτονται από το δημο-) και να τακτοποιηθούν. Επίσης, σύνδεσμοι που συμπίπtουν με νέα ελληνικά πρέπει να γίνονται με {λ|...|grc} Sarri.greek 16:37, 3 Μαρτίου 2021 (UTC)


Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

δῆμος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *deh₂mos < *deh₂- (διαιρώ)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δῆμος αρσενικό

  1. γη, χώρα
  2. μία από τις υποδιαιρέσεις της αρχαίας Αττικής που εισήχθησαν με τη μεταρρύθμιση του Κλεισθένη
  3. ο λαός, οι απλοί άνθρωποι
  4. (σπάνιο) αυτός που δεν κατάγεται από αριστοκρατικό γένος
  5. (πολιτική) η δημοκρατική μερίδα σε μια αρχαία ελληνική πόλη
  6. η συνέλευση των πολιτών ως κυρίαρχο πολιτικό σώμα
    ἔδοξε τῇ βουλῇ καὶ τῷ δήμῳ
  7. (πολιτική) το δημοκρατικό πολίτευμα

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]