δῶρον

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική δῶρον δώρω δῶρα
Γενική δώρου δώροιν δώρων
Δοτική δώρ δώροιν δώροις
Αιτιατική δῶρον δώρω δῶρα
Κλητική δῶρον δώρω δῶρα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δῶρον < δίδωμι < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *deh₃- (δίνω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δῶρον ουδέτερο

  1. δωρεά, χάρισμα
  2. δώρο (τιμητικό)
  3. παλάμη (ως μέτρο μήκους)