είχα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈi.xa/
- ⓘ
- τυπογραφικός συλλαβισμός : εί‐χα
Ρηματικός τύπος
[επεξεργασία]είχα
- α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παρατατικού του έχω
- παλιότερη πολυτονική γραφή: εἶχα
- παλιότερη μορφή: εἶχον