εβδομαδιαίος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική εβδομαδιαίος εβδομαδιαία εβδομαδιαίο
γενική εβδομαδιαίου εβδομαδιαίας εβδομαδιαίου
αιτιατική εβδομαδιαίο εβδομαδιαία εβδομαδιαίο
κλητική εβδομαδιαίε εβδομαδιαία εβδομαδιαίο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική εβδομαδιαίοι εβδομαδιαίες εβδομαδιαία
γενική εβδομαδιαίων εβδομαδιαίων εβδομαδιαίων
αιτιατική εβδομαδιαίους εβδομαδιαίες εβδομαδιαία
κλητική εβδομαδιαίοι εβδομαδιαίες εβδομαδιαία


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εβδομαδιαίος < από το εβδομάδα.

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

εβδομαδιαίος, εβδομαδιαία, εβδομαδιαίο

  1. Που διαρκεί μια εβδομάδα.
  2. Που επαναλαμβάνεται κάθε εβδομάδα.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]