εβδομαδιαίος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική εβδομαδιαίος εβδομαδιαία εβδομαδιαίο
γενική εβδομαδιαίου εβδομαδιαίας εβδομαδιαίου
αιτιατική εβδομαδιαίο εβδομαδιαία εβδομαδιαίο
κλητική εβδομαδιαίε εβδομαδιαία εβδομαδιαίο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική εβδομαδιαίοι εβδομαδιαίες εβδομαδιαία
γενική εβδομαδιαίων εβδομαδιαίων εβδομαδιαίων
αιτιατική εβδομαδιαίους εβδομαδιαίες εβδομαδιαία
κλητική εβδομαδιαίοι εβδομαδιαίες εβδομαδιαία


Ετυμολογία [επεξεργασία]

εβδομαδιαίος < από το εβδομάδα.

Επίθετο[επεξεργασία]

εβδομαδιαίος, εβδομαδιαία, εβδομαδιαίο

  1. Που διαρκεί μια εβδομάδα.
  2. Που επαναλαμβάνεται κάθε εβδομάδα.

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]