Μετάβαση στο περιεχόμενο

εγγίζω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
εγγίζω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐγγίζω[1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /eŋˈɟi.zo/
τυπογραφικός συλλαβισμός: εγγίζω

εγγίζω

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  • αγγίζω - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.  (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)