εγγυηθείτε

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

εγγυηθείτε

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγγυώμαι
  2. θα εγγυηθείτε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος εγγυώμαι
  3. β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εγγυώμαι