εγγυημένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εγγυημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος εγγυώμαι
πτώση ενικός
ονομαστική εγγυημένος εγγυημένη εγγυημένο
γενική εγγυημένου εγγυημένης εγγυημένου
αιτιατική εγγυημένο εγγυημένη εγγυημένο
κλητική εγγυημένε εγγυημένη εγγυημένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική εγγυημένοι εγγυημένες εγγυημένα
γενική εγγυημένων εγγυημένων εγγυημένων
αιτιατική εγγυημένους εγγυημένες εγγυημένα
κλητική εγγυημένοι εγγυημένες εγγυημένα

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

εγγυημένος, -η, -ο

  • αυτός για τον οποίο δίνεται εγγύηση, που δεν υπάρχει αμφιβολία για την ποιότητά του

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]