εγγυητικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ἐγγυητικός

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική εγγυητικός εγγυητική εγγυητικό
γενική εγγυητικού εγγυητικής εγγυητικού
αιτιατική εγγυητικό εγγυητική εγγυητικό
κλητική εγγυητικέ εγγυητική εγγυητικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική εγγυητικοί εγγυητικές εγγυητικά
γενική εγγυητικών εγγυητικών εγγυητικών
αιτιατική εγγυητικούς εγγυητικές εγγυητικά
κλητική εγγυητικοί εγγυητικές εγγυητικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εγγυητικός < ελληνιστική κοινή ἐγγυητικός < αρχαία ελληνική ἐγγυητής

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

εγγυητικός, -ή, -ό

  • που δίνεται ως εγγύηση σε μια οικονομική πράξη
    ο εργολήπτης κατέθεσε εγγυητική επιστολή της τράπεζας ύψους 2.000.000€

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]