εγερτήριος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

εγερτήριος < εγείρω

Επίθετο[επεξεργασία]

εγερτήριος

  1. αυτός που εγείρει, που ξυπνάει, που ξεσηκώνει
εγερτήριος παιάνας
εγερτήριο σάλπισμα

Μεταφράσεις[επεξεργασία]