εγκέφαλε

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού[επεξεργασία]

εγκέφαλε αρσενικό

  1. εγκέφαλος, στην κλητική του ενικού