εγκαίρως
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]εγκαίρως < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐγκαίρως < αρχαία ελληνική ἔγκαιρ(ος) + -ως
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /eŋˈɟε.ɾos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : ε‐γκαί‐ρως
- παλιότερος συλλαβισμός : εγ‐καί‐ρως
- τονικό παρώνυμο: έγκαιρος
Επίρρημα
[επεξεργασία]εγκαίρως (χρονικό επίρρημα)
- με έγκαιρο τρόπο, στην κατάλληλη στιγμή, πριν τη λήξη μιας προθεσμίας ή διορίας ή πριν να είναι πολύ αργά
Προσπαθήστε να είστε εγκαίρως στο αεροδρόμιο, γιατί διαφορετικά δεν θα σας επιτρέψουν να επιβιβαστείτε.
Συνώνυμα
[επεξεργασία]- έγκαιρα (επίρρημα)
- στην ώρα μου
Αντώνυμα
[επεξεργασία]- καθυστερημένα (επίρρημα)
- άκαιρα (επίρρημα)
- ανέγκαιρα (επίρρημα)
Παράγωγα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- εγκαίρως - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ως (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Τονικά παρώνυμα (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επιρρήματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Χρονικά επιρρήματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)