Μετάβαση στο περιεχόμενο

εγκαίρως

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: ἐγκαίρως

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]

εγκαίρως < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐγκαίρως < αρχαία ελληνική ἔγκαιρ(ος) + -ως

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /eŋˈɟε.ɾos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: εγκαίρως
παλιότερος συλλαβισμός: εγκαίρως
τονικό παρώνυμο: έγκαιρος

Επίρρημα

[επεξεργασία]

εγκαίρως (χρονικό επίρρημα)

  • με έγκαιρο τρόπο, στην κατάλληλη στιγμή, πριν τη λήξη μιας προθεσμίας ή διορίας ή πριν να είναι πολύ αργά
    παράδειγμα  Προσπαθήστε να είστε εγκαίρως στο αεροδρόμιο, γιατί διαφορετικά δεν θα σας επιτρέψουν να επιβιβαστείτε.

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Αντώνυμα

[επεξεργασία]

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]