εγκαινιάζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

εγκαινιάζω < → λείπει η ετυμολογία

Ρήμα[επεξεργασία]

εγκαινιάζω

θέτω για πρώτη φορά σε εφαρμογή κάτι , χρησιμοποιώ κάτι πρώτος ή για πρώτη φορά

Μεταφράσεις[επεξεργασία]