εγκατάλειψη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η εγκατάλειψη οι εγκαταλείψεις
      γενική της εγκατάλειψης
& εγκαταλείψεως
των εγκαταλείψεων
    αιτιατική την εγκατάλειψη τις εγκαταλείψεις
     κλητική εγκατάλειψη εγκαταλείψεις
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εγκατάλειψη < → λείπει η ετυμολογία

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɛŋ.ɡaˈta.li.psi/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εγκατάλειψη θηλυκό

  1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του εγκαταλείπω
    η εγκατάλειψή του από τη μητέρα του τον σημάδεψε βαθιά
    καταδικάστηκε σε φυλάκιση για εγκατάλειψη θύματος τροχαίου
    αντίκρισαν στο έρημο σπίτι μια εικόνα πλήρους εγκατάλειψης

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]