εγκληματολογικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική εγκληματολογικός εγκληματολογική εγκληματολογικό
γενική εγκληματολογικού εγκληματολογικής εγκληματολογικού
αιτιατική εγκληματολογικό εγκληματολογική εγκληματολογικό
κλητική εγκληματολογικέ εγκληματολογική εγκληματολογικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική εγκληματολογικοί εγκληματολογικές εγκληματολογικά
γενική εγκληματολογικών εγκληματολογικών εγκληματολογικών
αιτιατική εγκληματολογικούς εγκληματολογικές εγκληματολογικά
κλητική εγκληματολογικοί εγκληματολογικές εγκληματολογικά


Ετυμολογία [επεξεργασία]

εγκληματολογικός < εγκληματολόγος

Επίθετο[επεξεργασία]

εγκληματολογικός -ή -ό

  1. ο σχετικός με την εγκληματολογία
  2. ο σχετικός με την εξέταση των στοιχείων που αφορούν σε ένα έγκλημα
    εγκληματολογικό εργαστήριο

Μεταφράσεις[επεξεργασία]