εγκλιματίζομαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εγκλιματίζομαι < παθητική φωνή του ρήματος εγκλιματίζω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

εγκλιματίζομαι, πρτ.: εγκλιματιζόμουν, στ.μέλλ.: θα εγκλιματιστώ, αόρ.: εγκλιματίστηκα, μτχ.π.π.: εγκλιματισμένος

  1. (για οργανισμό) προσαρμόζομαι σε ένα νέο περιβάλλον με διαφορετικό κλίμα
  2. (μεταφορικά) εξοικειώνομαι και προσαρμόζομαι σε ένα νέο για μένα περιβάλλον με άλλες συνήθειες, απαιτήσεις κ.λπ


Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]