εγκλωβισμός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εγκλωβισμός εγκλωβισμοί
γενική εγκλωβισμού εγκλωβισμών
αιτιατική εγκλωβισμό εγκλωβισμούς
κλητική εγκλωβισμέ εγκλωβισμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εγκλωβισμός < εγκλωβίζω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εγκλωβισμός αρσενικό

  1. το αποτέλεσμα του εγκλωβίζω / εγκλωβίζομαι
  2. (φυσική) το γεγονός ότι τα κουάρκ δεν παρατηρούνται ποτέ απομονωμένα, περιορισμός των κουάρκ


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]