Μετάβαση στο περιεχόμενο

εγκυμοσύνη

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η εγκυμοσύνη οι εγκυμοσύνες
      γενική της εγκυμοσύνης των εγκυμοσυνών
    αιτιατική την εγκυμοσύνη τις εγκυμοσύνες
     κλητική εγκυμοσύνη εγκυμοσύνες
Κατηγορία όπως «νίκη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
εγκυμοσύνη < αρχαία ελληνική ἐγκύμων (επίθετο, έγκυος < ἐγκυμονῶ) + -οσύνη[1] < ἐν (εγ-) + κῦμα (στη σημασία «έμβρυο, κύημα»)[2]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /eŋ.ɟi.moˈsi.ni/
τυπογραφικός συλλαβισμός: εγκυμοσύνη
παλιότερος συλλαβισμός: εγκυμοσύνη

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

εγκυμοσύνη θηλυκό

  • η κατάσταση της εγκύου που φέρει στη μήτρα της ένα έμβρυο, η κυοφορία ενός νέου όντος
      Συγκεκριμένα, τα θέματα που προτείνουν οι ... να συμπεριλαμβάνονται στα σεξουαλικά εκπαιδευτικά προγράμματα των ατόμων με αυτισμό ή / και νοητική καθυστέρηση αφορούν την σεξουαλική υγεία, τα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα και το AIDS, άσεμνες χειρονομίες και προσβλητικά σχόλια, εξερεύνηση του σώματος, γύμνια, ερωτική συνεύρεση, αυνανισμό και σεξουαλικό αυτοερεθισμό, σεξουαλικό προσανατολισμό, «οικείο» άγγιγμα, ραντεβού, αποφυγή εγκυμοσύνης, εγκυμοσύνη, συγκατοίκηση, γάμο, πορνογραφία, ερωτικό υλικό, σεξουαλική εκμετάλλευση, κακοποίηση και παρενόχληση. (Ευαγγελία Μπαρμπούδη, Σεξουαλικότητα και σεξουαλική εκπαίδευση ατόμων με αυτισμό ή/ και νοητική καθυστέρηση. Μια πιλοτική έρευνα σε γονείς, διπλ. εργασία, Παν. Μακεδονίας, τμήμα εκπαιδευτικής και κοινωνικής πολιτικής, Θεσσαλονίκη, 2012, σελ. 22-23)

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. εγκυμοσύνη - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. εγκυμονώ - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.