εγκύπτω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- εγκύπτω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐγκύπτω (σκύβω και κοιτάζω μέσα) < ἐν + κύπτω
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /eŋˈɟi.pto/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : εγ‐κύ‐πτω
Ρήμα
[επεξεργασία]εγκύπτω, αόρ.: ενέκυψα (χωρίς παθητική φωνή)
- (λόγιο) ασχολούμαι με κάτι με ιδιαίτερο ζήλο
Η κυβέρνηση έχει εγκύψει στο πρόβλημα της ανεργίας.
Ενέκυψε από νεαρή ηλικία στη ιατρική κι έγινε ο νεαρότερος λέκτορας της σχολής.- ≈ συνώνυμα: αφοσιώνομαι, προσηλώνομαι, επιδίδομαι, εμβαθύνω, εντρυφώ, καταγίνομαι
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]- ενσκήπτω (πέφτω κατά πάνω)
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] εγκύπτω
|
|
Πηγές
[επεξεργασία]- εγκύπτω - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- εγκύπτω - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ρήματα (νέα ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ρήματα χωρίς παθητική φωνή (νέα ελληνικά)
- Ρήματα χωρίς μετοχή παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά)
- Λόγιοι όροι (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)