Μετάβαση στο περιεχόμενο

εγκύπτω

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: ἐγκύπτω, ενσκήπτω

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
εγκύπτω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐγκύπτω (σκύβω και κοιτάζω μέσα) < ἐν + κύπτω

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /eŋˈɟi.pto/
τυπογραφικός συλλαβισμός: εγκύπτω

εγκύπτω, αόρ.: ενέκυψα (χωρίς παθητική φωνή)

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]