εγχάρακτος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική εγχάρακτος εγχάρακτη εγχάρακτο
γενική εγχάρακτου εγχάρακτης εγχάρακτου
αιτιατική εγχάρακτο εγχάρακτη εγχάρακτο
κλητική εγχάρακτε εγχάρακτη εγχάρακτο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική εγχάρακτοι εγχάρακτες εγχάρακτα
γενική εγχάρακτων εγχάρακτων εγχάρακτων
αιτιατική εγχάρακτους εγχάρακτες εγχάρακτα
κλητική εγχάρακτοι εγχάρακτες εγχάρακτα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εγχάρακτος < εγχαράσσω + -τος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɛŋ.ˈxa.ɾa.ktɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

εγχάρακτος, -η, -ο

  1. που γίνεται με εγχάραξη, με σκάλισμα
    το αγγείο φέρει εγχάρακτη διακόσμηση
  2. που έχει σημάδια εγχάραξης, είτε πρόκειται για γραφή είτε για διακόσμηση
    στην ανασκαφή βρεθηκαν εγχάρακτα όστρακα

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]