εγχώριος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική εγχώριος εγχώρια εγχώριο
γενική εγχώριου εγχώριας εγχώριου
αιτιατική εγχώριο εγχώρια εγχώριο
κλητική εγχώριε εγχώρια εγχώριο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική εγχώριοι εγχώριες εγχώρια
γενική εγχώριων εγχώριων εγχώριων
αιτιατική εγχώριους εγχώριες εγχώρια
κλητική εγχώριοι εγχώριες εγχώρια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εγχώριος (λόγιο) < αρχαία ελληνική ἐγχώριος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɛŋˈxɔ.ri.ɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

εγχώριος, -α, -ο

  1. που προέρχεται από την ίδια τη χώρα στην οποία εμφανίζεται και όχι από το εξωτερικό
    τα εγχώρια προϊόντα γάλακτος
    πτώση σημείωσε η εγχώρια τουριστική κίνηση

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]