εγχώριος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | ο | εγχώριος | η | εγχώρια | το | εγχώριο |
| γενική | του | εγχώριου | της | εγχώριας | του | εγχώριου |
| αιτιατική | τον | εγχώριο | την | εγχώρια | το | εγχώριο |
| κλητική | εγχώριε | εγχώρια | εγχώριο | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | οι | εγχώριοι | οι | εγχώριες | τα | εγχώρια |
| γενική | των | εγχώριων | των | εγχώριων | των | εγχώριων |
| αιτιατική | τους | εγχώριους | τις | εγχώριες | τα | εγχώρια |
| κλητική | εγχώριοι | εγχώριες | εγχώρια | |||
| ομάδα 'ωραίος', Κατηγορία όπως «θαυμάσιος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- εγχώριος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐγχώριος < (ἐν) ἐγ- + χώρ(α) + -ιος
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /eŋˈxo.ɾi.os/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : εγ‐χώ‐ρι‐ος
Επίθετο
[επεξεργασία]εγχώριος, -α, -ο
- που προέρχεται από την ίδια τη χώρα στην οποία εμφανίζεται και όχι από το εξωτερικό
- ※ Η διεθνής και εγχώρια ταχυδιακίνηση και ταχυδιανομή εγγράφων ή μικροδεμάτων και μικροαντικειμένων με κάθε μέσο (Courrier) (από περιγραφή σκοπού εταιρείας από τον Επιχειρηματικό Οδηγό ΕΒΕΑ, ανάκτηση 23/12/2025)
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Αντώνυμα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Επίθετα που κλίνονται όπως η ομάδα 'ωραίος' (νέα ελληνικά)
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'θαυμάσιος' (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα εγ- (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)