εγωισμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εγωισμός εγωισμοί
γενική εγωισμού εγωισμών
αιτιατική εγωισμό εγωισμούς
κλητική εγωισμέ εγωισμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εγωισμός < εγώ + επίθημα -ισμός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική égoïsme < λατινική ego < αρχαία ελληνική ἐγώ

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɛ.ɣɔ.i.ˈzmɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εγωισμός αρσενικό

  1. υπερβολική αγάπη του ατόμου προς τον εαυτό του με ταυτόχρονη τάση να υποβάλει το συμφέρον των άλλων στο δικό του
  2. τάση ενός ατόμου να μιλά για τον εαυτό του και να παρουσιάζει τα πράγματα πάντα από τη δική του πλευρά
  3. η αξιοπρέπεια

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]