εγωκεντρικότητα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- εγωκεντρικότητα < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική egocentricity. Μορφολογικά αναλύεται σε εγώ + κεντρικ(ός) + -ότητα
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]εγωκεντρικότητα θηλυκό
- (λόγιο, ψυχολογία) ταυτόσημο με το εγωκεντρισμός
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] εγωκεντρικότητα
Πηγές
[επεξεργασία]- εγωκεντρικότητα - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σάλπιγγα' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λόγια ενδογενή δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Λόγια δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ότητα (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λόγιοι όροι (νέα ελληνικά)
- Ψυχολογία (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)