εδάφιο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εδάφιο εδάφια
γενική εδαφίου εδαφίων
αιτιατική εδάφιο εδάφια
κλητική εδάφιο εδάφια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εδάφιο μεταγενέστερη ελληνική ἐδάφιον, υποκ. του εδάφους.

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɛ.ˈða.fi.ɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εδάφιο ουδέτερο

  1. Η μικρότερη υποδιαίρεση μιας παραγράφου ενός κειμένου
  2. Μικρή παράγραφος κειμένου, ιδιαίτερα νομικού ή θρησκευτικού που διακρίνεται από τις άλλες με αρίθμηση αριθμού ή γράμματος του αλφάβητου

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]