Μετάβαση στο περιεχόμενο

Εδέμ

Από Βικιλεξικό
(Ανακατεύθυνση από εδέμ)

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
κέντημα που απεικονίζει την Εδέμ

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Εδέμ < ελληνιστική κοινή Ἐδέμ < εβραϊκή עדן (ʿḗḏen) < (ίσως) σουμεριακή 𒂔 (edin, πεδιάδα, στέπα)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /eˈðem/
τυπογραφικός συλλαβισμός: Εδέμ

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Εδέμ θηλυκό άκλιτο

  1. (θρησκεία) (στην Παλαιά Διαθήκη) ο πρωταρχικός παράδεισος όπου, σύμφωνα με τη βιβλική παράδοση, κατοικούσαν αρχικά ο Αδάμ και η Εύα πριν από την πτώση
  2. (μεταφορικά) τόπος ιδανικής ομορφιάς και γαλήνης, που θεωρείται ότι προσφέρει απόλυτη ευτυχία και αρμονική ζωή

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]