Εδέμ
Εμφάνιση
(Ανακατεύθυνση από εδέμ)
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Εδέμ < ελληνιστική κοινή Ἐδέμ < εβραϊκή עדן (ʿḗḏen) < (ίσως) σουμεριακή 𒂔 (edin, πεδιάδα, στέπα)
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /eˈðem/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : Ε‐δέμ
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Εδέμ θηλυκό άκλιτο
- (θρησκεία) (στην Παλαιά Διαθήκη) ο πρωταρχικός παράδεισος όπου, σύμφωνα με τη βιβλική παράδοση, κατοικούσαν αρχικά ο Αδάμ και η Εύα πριν από την πτώση
- (μεταφορικά) τόπος ιδανικής ομορφιάς και γαλήνης, που θεωρείται ότι προσφέρει απόλυτη ευτυχία και αρμονική ζωή
Συγγενικά
[επεξεργασία]Πολυλεκτικοί όροι
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα εβραϊκά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα σουμεριακά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Κύρια ονόματα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά άκλιτα θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά άκλιτα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Θρησκεία (νέα ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)