εδράζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εδράζω < ελληνιστική κοινή ἑδράζω < αρχαία ελληνική ἕδρα < ἔδος / ἕζομαι < πρωτοελληνική *heďďomai < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *séd-ye- < *sed-

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ε.ˈðɾa.zɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

εδράζω (παθητική φωνή: εδράζομαι)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]