Μετάβαση στο περιεχόμενο

εθελόντρια

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η εθελόντρια οι εθελόντριες
      γενική της εθελόντριας των εθελοντριών
    αιτιατική την εθελόντρια τις εθελόντριες
     κλητική εθελόντρια εθελόντριες
Κατηγορία όπως «θάλασσα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
εθελόντρια < εθελοντής + -τρια

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

εθελόντρια θηλυκό

  •  δείτε τη λέξη  εθελοντής
      Παραδείγματα τοπικών παραγόντων διαμόρφωσης της κοινής γνώμης είναι, μεταξύ άλλων, οι ηγέτες κοινοτήτων που δραστηριοποιούνται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, οι μπλόγκερ, οι βλόγκερ, οι δημοσιογράφοι, οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών, οι ΜΚΟ, οι εθελοντές και εθελόντριες της κοινότητας .. (Πρόσκληση υποβολής προτάσεων: ΕΠΙΛΟΓΗ ΕΤΑΙΡΩΝ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΕΞΑΓΩΓΗ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΩΝ ΩΣ ΚΕΝΤΡΩΝ EUROPE DIRECT ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ (2026-2030) ED-2025-GREECE-FPA-SGA Έκδοση 1.0 01-03-2025 σελ. 10 )

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]