εθελότυφλος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εθελότυφλος < ἐθέλω +τυφλός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

εθελότυφλος, -η, -ο

  1. που προτιμά να μη βλέπει και να μην αναγνωρίζει κάτι που είναι προφανέστατα αρνητικό, βλαβερό . Αυτός που αρνείται να δει την πραγματικότητα .

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]