εθισμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική εθισμένος εθισμένη εθισμένο
γενική εθισμένου εθισμένης εθισμένου
αιτιατική εθισμένο εθισμένη εθισμένο
κλητική εθισμένε εθισμένη εθισμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική εθισμένοι εθισμένες εθισμένα
γενική εθισμένων εθισμένων εθισμένων
αιτιατική εθισμένους εθισμένες εθισμένα
κλητική εθισμένοι εθισμένες εθισμένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εθισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος εθίζω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

εθισμένος -η -ο

  • που έχει υποστεί εθισμό σε κάποια ουσία ή κάποια κατάσταση

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]