εθισμένος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- εθισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου εθίζω
Μετοχή
[επεξεργασία]εθισμένος -η -ο
- που έχει υποστεί εθισμό σε κάποια ουσία ή κάποια κατάσταση
εθισμένος -η -ο