εθνεγερσία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η εθνεγερσία οι εθνεγερσίες
      γενική της εθνεγερσίας των εθνεγερσιών
    αιτιατική την εθνεγερσία τις εθνεγερσίες
     κλητική εθνεγερσία εθνεγερσίες
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

εθνεγερσία < έθνος + έγερση + -ία
Λέξη που πλάσθηκε από τον Αλέξανδρο Σούτσο το 1831 (Κουμανούδης Στέφανος, Συναγωγή νέων λέξεων υπό των λογίων πλασθεισών, τ. Α, σελ. 324)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εθνεγερσία θηλυκό

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]