εθνογλωσσολογία
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- εθνογλωσσολογία < εθνο- + γλωσσολογία (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική ethnolinguistics)
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]εθνογλωσσολογία θηλυκό
- (γλωσσολογία) κλάδος της γλωσσολογίας που εξετάζει πώς η γλώσσα συνδέεται με την πολιτισμική ταυτότητα, τις κοινωνικές πρακτικές και την κοσμοαντίληψη μιας ανθρώπινης κοινότητας
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] εθνογλωσσολογία
Πηγές
[επεξεργασία]- εθνογλωσσολογία - Αναστασιάδη - Συμεωνίδη, Άννα (2003). Αντίστροφο λεξικό της νέας ελληνικής. Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη. (συντομογραφίες)
- εθνογλωσσολογία - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα εθνο- (νέα ελληνικά)
- Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Γλωσσολογία (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)