εθνομάρτυρας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

εθνομάρτυρας < έθνος + μάρτυς /μάρτυρας

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εθνομάρτυρας αρσενικό

  1. αυτός που είχε μαρτυρικό θάνατο αγωνιζόμενος υπέρ του έθνους

Δείτε επίσης[επεξεργασία]


Μεταφράσεις[επεξεργασία]