εθνοπατέρας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

εθνοπατέρας < έθνος + πατέρας

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εθνοπατέρας αρσενικό

  1. ο πατέρας του έθνους· χαρακτηρισμός που αποδίδεται (συχνά με ειρωνική διάθεση) στους βουλευτές


Μεταφράσεις[επεξεργασία]