εθνοσωτήρας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

εθνοσωτήρας < έθνος + σωτήρας

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εθνοσωτήρας αρσενικό

  1. ο σωτήρας του έθνους (συχνά λέγεται ειρωνικά)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


Μεταφράσεις[επεξεργασία]