εθνοφύλακας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

εθνοφύλακας < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εθνοφύλακας αρσενικό

  1. αυτός που υπηρετεί στις δυνάμεις της εθνοφυλακής


Μεταφράσεις[επεξεργασία]