ειδικευμένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ειδικευμένος < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

ειδικευμένος

  1. που ειδικεύτηκε, που έχει αποκτήσει ειδικές γνώσεις σε έναν τομέα, που είναι ειδικός


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]