ειδικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ειδικός η ειδική το ειδικό
      γενική του ειδικού της ειδικής του ειδικού
    αιτιατική τον ειδικό την ειδική το ειδικό
     κλητική ειδικέ ειδική ειδικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ειδικοί οι ειδικές τα ειδικά
      γενική των ειδικών των ειδικών των ειδικών
    αιτιατική τους ειδικούς τις ειδικές τα ειδικά
     κλητική ειδικοί ειδικές ειδικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ειδικός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική εἰδικός < εἶδος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *wéydos < *weyd- (βλέπω)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /i.ðiˈkos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ει‐δι‐κός
ομόηχο: ιδικός

Επίθετο[επεξεργασία]

ειδικός, -ή, -ό

  1. που αναφέρεται σε συγκεκριμένο πρόσωπο, πράγμα ή είδος
    η συγκεκριμένη ασθένεια έχει κάποια ειδικά χαρακτηριστικά που επιβάλλουν την αντιμετώπισή της με ειδικά φάρμακα
     αντώνυμα: γενικός
  2. που έχει εξειδικευμένες γνώσεις και μεγάλη εμπειρία σε έναν τομέα, που τον κατέχει σε βάθος
    ειδικοί επιστήμονες εξετάζουν τη βλάβη του αντιδραστήρα
    • και ως ουσιαστικό
      θα ασχοληθούν με το θέμα οι ειδικοί
  3. (γραμματική) ειδικοί σύνδεσμοι: οι σύνδεσμοι ότι και πως οι οποίοι εισάγουν δευτερεύουσες ονοματικές προτάσεις που συμπληρώνουν το νόημα ρημάτων λεκτικών, γνωστικών, αισθήσεως, γνώμης, φόβου κλπ
    • ειδικές προτάσεις: οι προτάσεις που εισάγονται με αυτούς τους συνδέσμους
    • ειδικό απαρέμφατο: το απαρέμφατο της αρχαίας ελληνικής που μεταφράζεται στα νέα ελληνικά με ειδική πρόταση

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]