εικονικά
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]εικονικά < εικονικός
Επίρρημα
[επεξεργασία]εικονικά
- με εικονικό τρόπο
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] εικονικά
|
|
Κλιτικός τύπος επιθέτου
[επεξεργασία]εικονικά
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εικονικό