εικονογραφικώς
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- εικονογραφικώς < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα εἰκονογραφικῶς
Επίρρημα
[επεξεργασία]εικονογραφικώς
Πηγές
[επεξεργασία]- εικονογραφικώς — Αναστασιάδη-Συμεωνίδη, Άννα (2003) Αντίστροφο λεξικό της νέας ελληνικής Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη ISBN:960-231-097-9 & online @greek-language.gr (συντομογραφίες, αστερίσκος για λέξεις στη λογοτεχνία)