εικοσαπλάσιος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]εικοσαπλάσιος
- είκοσι φορές μεγαλύτερος ή περισσότερος από κάτι άλλο
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] εικοσαπλάσιος
|
|